Γιατί το ΔΝΤ βγάζει εξαιρετικά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος | PROTINEWS

Στο 195% του ΑΕΠ έως το 2060 βλέπει το ελληνικό χρέος το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
σύμφωνα με την ανάλυση βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους (DSA) που εμπεριέχεται στην έκθεση για το ελληνικό πρόγραμμα που εξετάσθηκε χθες στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού.

Το ΔΝΤ στο βασικό τους σενάριο χαρακτηρίζει το ελληνικό χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και επιμένει ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος, τα χρήματα δηλαδή που θα χρειάζεται σε ετήσια βάση για να πληρώνει τοκοχρεολύσια, θα υπερβούν το όριο του 15% του ΑΕΠ ήδη από το 2028 και το όριο του 20% από το 2033, φθάνοντας το 45% το 2060!
Όπως σημειώνει, το χρέος προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά σε περίπου 150% του ΑΕΠ έως το 2030, αλλά να αυξηθεί στη συνέχεια, φθάνοντας στο 195% περίπου του ΑΕΠ έως το 2060, καθώς το κόστος του χρέους θα αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου όσο η χρηματοδότηση από τις αγορές αντικαθιστά τη χαμηλότοκη χρηματοδότηση από τον επίσημο τομέα.
Το βασικό σενάριο του DSA βασίζεται στις εξής παραδοχές:
Το πρωτογενές πλεόνασμα θα φτάσει το 1,7 και το 2,2% του ΑΠΕ αυτό το έτος και το επόμενο, αντίστοιχα. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, το προσωπικό θεωρεί ότι το πρωτογενές ισοζύγιο θα φθάσει στο 3,5% του ΑΕΠ το διάστημα 2019-2022 πριν μειωθεί στο επίπεδο του 1,5% του ΑΕΠ στη συνέχεια.
Ο ρυθμός ανάπτυξης θα ανέλθει σε περίπου 2% και περισσότερο εφέτος και μεσοπρόθεσμα καθώς η οικονομία ανακάμπτει, ωστόσο η μακροπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ θα είναι περίπου 1% σε πραγματικούς όρους και 2,8% σε ονομαστικούς όρους.
Δεδομένου του εξαιρετικά υψηλού επίπεδου μη εξυπηρετούμενων δανείων και της αδύναμης ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων το ΔΝΤ θεωρεί πως θα πρέπει να παραμείνει ένα αποθεματικό ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ (5,5% του ΑΕΠ του 2016) για να καλύψει ενδεχόμενες πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Μάλιστα, το ΔΝΤ σημειώνει στο DSA πως «το ποσό αυτό μπορεί να μην είναι επαρκές» και ως εκ τούτου, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης της ποιότητας των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων πολύ πριν από το τέλος του προγράμματος θα είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό των συνεπειών για τη βιωσιμότητα του χρέους.
Για τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις το ΔΝΤ εκτιμά πως θα κυμαίνονται σε περίπου 2 δισ. ευρώ μεταξύ 2017 και 2030 (1,1% του ΑΕΠ του 2016). Όπως αναφέρει, οι προβλέψεις αυτές είναι ρεαλιστικές, δεδομένης της δυσκολίας της Ελλάδας να επιτύχει τους στόχους ιδιωτικοποιήσεων βάσει των προηγούμενων προγραμμάτων της. Επιπλέον, σημειώνει πως το κράτος δεν μπόρεσε να ανακτήσει τις επενδύσεις του στις τράπεζες και πως αντιθέτως, μετά την πλέον πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση, το μερίδιο του κράτους στον τραπεζικό τομέα μειώθηκε σε περίπου 20% (από περίπου 60%). Ως αποτέλεσμα, το ΔΝΤ δεν αναμένει κανένα έσοδο από την ιδιωτικοποίηση των τραπεζών.
Για το risk premium (δηλαδή ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος όπως αποτυπώνεται στη διαφορά της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά ομόλογα) το ΔΝΤ θεωρεί πως θα διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα στο 3,8%.
Για τα επιτόκια της αγοράς το Ταμείο εκτίμα πως η Ελλάδα αναμένεται να έχει πρόσβαση στις αγορές μετά το πρόγραμμα με αρχικό επιτόκιο 6%, γεγονός που αντανακλά την παρατεταμένη απουσία της χώρας από τις αγορές.
Τι λέει για το Eurogroup
Σύμφωνα με το ΔΝΤ οι δεσμεύσεις που ανέλαβε το Eurogroup για την ελάφρυνση του χρέους «είναι ευπρόσδεκτες αλλά δεν επαρκούν» για την επίτευξη της βιωσιμότητας του χρέους, κατά τις βασικές παραδοχές του Ταμείου.
«Στις συνεδριάσεις του Eurogroup τον Μάιο του 2016 και τον Ιούνιο του 2017, οι Ευρωπαίοι εταίροι συμφώνησαν σε μια ευρεία δέσμη μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους που πρέπει να παρασχεθούν στην Ελλάδα, με την επιφύλαξη της συνεχούς εφαρμογής του προγράμματος. Αυτές οι δεσμεύσεις συμβάλλουν στη βελτίωση της μακροπρόθεσμης προοπτικής του ελληνικού χρέους. Ωστόσο, δεν φαίνεται να επαρκούν για την πλήρη αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. Έτσι, για να υπάρξει περισσότερη αξιοπιστία στη στρατηγική του χρέους για την Ελλάδα, θα χρειαστεί πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους», σημειώνεται στην ανάλυση.

Μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το DSA του Ταμείου τον προηγούμενο Φεβρουάριο είναι πως στο νέο DSA δεν γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις για τις παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους. Όπως γενικόλογα σημειώνεται αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, περαιτέρω παρατάσεις στις περιόδους ωρίμανσης και στις περιόδους χάριτος και αναβολές πληρωμής τόκων στα ευρωπαϊκά δάνεια.
Διαφωνεί η Ελλάδα
Αποστάσεις από τις προβλέψεις του ΔΝΤ για το χρέος έλαβε πάντως η ελληνική πλευρά. Στην έκθεση του προγράμματος συμπεριλαμβάνεται και επιστολή του εκπροσώπου της Ελλάδος στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ Μιχάλη Ψαλιδόπουλου στην οποία τονίζεται πως οι ελληνικές αρχές υπογραμμίζουν ότι οι επικαιροποιημένες υποθέσεις του DSA παραμένουν συντηρητικές και παραπέμπουν σε δυσμενέστερο σενάριο, ειδικά ως προς τις παραδοχές σχετικά με τη δημοσιονομική πορεία, τους μακροπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, την μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια της αγοράς και την επίδραση των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.
«Οι ελληνικές αρχές πιστεύουν ότι η ανάλυση δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις επιπτώσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για άλλες επενδυτικές πρωτοβουλίες, τα μελλοντικά επιτόκια της αγοράς και τα συμφωνημένα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Με βάση τη συμφωνία του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 και με στόχο να παρασχεθεί πρόσθετη σαφήνεια σχετικά με το χρέος και τη βιωσιμότητά του, οι ελληνικές αρχές προσβλέπουν σε ένα μηχανισμό που θα συνδέει την ελάφρυνση του χρέους με μέτρα για την ανάπτυξη συνοδευόμενο από πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους την οποία θα λάβει η ΕΕ αν κριθεί αυτό αναγκαίο μετά από μία επικαιροποιημένη έκθεση βιωσιμότητας», τονίζει χαρακτηριστικά η επιστολή του κ. Ψαλιδόπουλου.


 
Top