Το κυρίως κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού
της Κορίνθου, έχει κατασκευαστεί το 1955 από τον Αρχιτέκτονα Δραγούμη, σε αντικατάσταση του επίσης αξιόλογου αρχιτεκτονικά σταθμού που είχε οικοδομηθεί το 1929-30 (μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του ’28) και είναι ένα υπόδειγμα σύγχρονης σιδηροδρομικής αρχιτεκτονικής. Έχει γίνει προσεκτικός σχεδιασμός έτσι ώστε το κτήριο να είναι προσαρμοσμένο στην γενική εικόνα της πόλης όπως ήταν το 1955, δηλαδή να εναρμονίζεται με την λιτή αντισεισμική αρχιτεκτονική των κτηρίων της πόλεως, ενώ ταυτόχρονα έχει αναφορές στο ιστορικό παρελθόν της Κορίνθου, όπως οι επιζωγραφισμένες με θέματα της κορινθιακής Μυθολογίας και Ιστορίας αίθουσες και το προστύλιο στις αποβάθρες. Είναι το μοναδικό δημόσιο κτήριο της Κορίνθου που έχει τόσο εκτενείς αναφορές στο Ιστορικό της παρελθόν.
Στον περιβάλλοντα χώρο του σιδηροδρομικού σταθμού, υπάρχουν αντλιοστάσια και δεξαμενές ύδατος κατασκευασμένα το έτος 1910 -16, γερανοί εμφόρτωσης και εκφόρτωσης της 10ετίας 1920-30, εργαλειομηχανές, μηχανοστάσιο του έτους 1932, δομημένο με την τεχνική «μπαγλαντί» (ξύλινος σκελετός, εδραζόμενος επί εξέδρας από οπτοπλινθοδομή, επί του οποίου καρφώνονται σε πολύ πυκνά διαστήματα ξύλινες πήχεις, οι οποίες εσωτερικά και εξωτερικά πληρούνται από ασβεστοκονίαμα ή τσιμεντοκονίαμα), στο οποίο βρίσκονται δεκάδες εργαλεία και πάγκοι εργασίας κατασκευής 1930 έως 1960, βοηθητικοί χώροι , κοιτώνες μηχανοδηγών, κατοικίες υπαλλήλων της τότε ΣΠΑΠ, ξύλινης κατασκευής του 1931, υδρονομείς της 10ετίας του 1930 και πληθώρα σιδηροτροχιών του έτους 1884-94, οι οποίες είναι ενεργές και ενσωματωμένες κυρίως στις εσωτερικές βοηθητικές σιδηροτροχιές που διατρέχουν τον χώρο του Σταθμού.Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Κορίνθου αποτελεί ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο βιομηχανικής αρχαιολογίας και είναι ένα από τα πιο ιστορικά μέρη της πόλης, αφού χωροθετήθηκε και κατασκευάστηκε τον Ιούλιο του 1884 από την ιστορική εταιρεία με την επωνυμία «Σιδηρόδρομοι Πειραιώς Αθηνών Πελοποννήσου Α.Ε.» (η γνωστή ΣΠΑΠ), όπως αναφέρει και ο γνωστός ερευνητής Ζαρταλούδης (Εκδόσεις Μίλητος).
Ο σιδηροδρομικός διάδρομος της μετρικής γραμμής ΟΣΕ.
Τον Δεκέμβριο του 1887 ολοκληρώθηκε η δημιουργία του σιδηροδρομικού διαδρόμου που ενώνει την Κόρινθο με το Κιάτο – Ξυλόκαστρο – Δερβένι και καταλήγει στην Πάτρα.
Το έργο αυτό ήταν ένα εκπληκτικό τεχνικό έργο για την κατάσταση της χώρας μας τότε και κοσμείται κατά την διαδρομή με σωρεία Στάσεων και Σταθμών κατά μήκος της γραμμής (λόγω της γαλλικής επιρροής), οι οποίοι διαθέτουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική προσέγγιση και αποτελούν πλέον εθνική μας κληρονομιά.
Ο διάδρομος διέρχεται πλησίον του αρχαίου λιμανιού του Λεχαίου στην Κόρινθο και στάθηκε αφορμή ν’ ανακαλυφθεί μέρος των ¨Μακρών Τειχών¨ που ένωναν την Αρχαία Κόρινθο με το σημαντικότερο επίνειό της. Η διαδρομή αυτή και η σημασία της για την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Κορινθίας, αλλά και της Ελλάδας, ως ενιαίου συνόλου βιομηχανικής αρχαιολογίας, είναι εμφανής και τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι ο σχεδιασμός της είναι τέτοιος που ενώνει έναν –σημερινό- πληθυσμό 100.000 καταλαμβάνοντας μία λωρίδα πλάτους μόνο 40-50μ, χωρίς να δημιουργεί το παραμικρό πλημμυρικό φαινόμενο.
Συνεπώς πρόκειται για ένα χώρο που συνδέεται με την πολιτική ή κοινωνική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους ή ορισμένης περιοχής και η διατήρηση αυτού συμβάλλει στη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης.
Το έργο αυτό ήταν ένα εκπληκτικό τεχνικό έργο για την κατάσταση της χώρας μας τότε και κοσμείται κατά την διαδρομή με σωρεία Στάσεων και Σταθμών κατά μήκος της γραμμής (λόγω της γαλλικής επιρροής), οι οποίοι διαθέτουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική προσέγγιση και αποτελούν πλέον εθνική μας κληρονομιά.
Ο διάδρομος διέρχεται πλησίον του αρχαίου λιμανιού του Λεχαίου στην Κόρινθο και στάθηκε αφορμή ν’ ανακαλυφθεί μέρος των ¨Μακρών Τειχών¨ που ένωναν την Αρχαία Κόρινθο με το σημαντικότερο επίνειό της. Η διαδρομή αυτή και η σημασία της για την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Κορινθίας, αλλά και της Ελλάδας, ως ενιαίου συνόλου βιομηχανικής αρχαιολογίας, είναι εμφανής και τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι ο σχεδιασμός της είναι τέτοιος που ενώνει έναν –σημερινό- πληθυσμό 100.000 καταλαμβάνοντας μία λωρίδα πλάτους μόνο 40-50μ, χωρίς να δημιουργεί το παραμικρό πλημμυρικό φαινόμενο.
Συνεπώς πρόκειται για ένα χώρο που συνδέεται με την πολιτική ή κοινωνική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους ή ορισμένης περιοχής και η διατήρηση αυτού συμβάλλει στη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης.







