Βίντεο: Σήκωσε το τιμημένο ! Δεν μπορώ Δεν μπορώ να περιμένω | Πρωτη news spor


Το 1992 οι Δανοί μαζεύτηκαν άρον-άρον από τις παραλίες, για να πάρουν τη θέση της Γιουγκοσλαβίας και να αφήσουν ξερή την ποδοσφαιρική Ευρώπη. Το 2004 οι Έλληνες διεθνείς είχαν κανονίσει πιθανότατα να πάνε πιο νωρίς στις παραλίες, ενώ ο Φύσσας είχε προγραμματίσει και το γάμο του, αλλά αναγκάστηκαν να αλλάξουν το σχεδιασμό τους, πετυχαίνοντας μία έκπληξη εξίσου μεγάλη με αυτή των Δανών -αν όχι μεγαλύτερη. Η Ελλάδα θα είχε πλέον ένα τρόπαιο, όσα δηλ κι η Ολλανδία, η Ιταλία, η ΕΣΣΔ, η (τότε) Ισπανία, κι ένα παραπάνω από την Αγγλία και την Πορτογαλία (τότε) που δεν είχαν κανένα.
Η ομάδα εκείνη βασιζόταν αρκετά σε έναν κορμό παικτών του Παναθηναϊκού, που είχε απαξιωθεί όμως, είτε με το μειωτικό αλεφαντικό χαρακτηρισμό “Γκουμομπασινάδες”, είτε από την ίδια τη διοίκηση της ΠΑΕ, μετά τον άτυπο τελικό της Ριζούπολης για το πρωτάθλημα.

Δείτε περισσότερα Αθλητικά της Κορινθίας εδώ
Η ενδεκάδα ξεκινούσε από το Νικοπολίδη, που είχε παραγκωνιστεί και δεν έπαιζε στην τελευταία του χρονιά στο τριφύλλι. Είχε αριστερά τον τίμιο Φύσσα και δεξιά τον -who’s that Giourkas- Σεϊταρίδη, που πήρε μεταγραφή το ίδιο καλοκαίρι για την Πόρτο. Στο κέντρο της άμυνας είχε τον Κολοσσό Δέλλα, που έκανε επίσης καριέρα στο εξωτερικό, και τον Καψή που έπεσε κάτω από τη μηλιά του πατέρα του και έκανε τις πιο ώριμες εμφανίσεις της καριέρας του σε εκείνη τη διοργάνωση.
Το κέντρο γέμιζε με αμυντικά χαφ. Τον Κατσουράνη, που είχε ρόλο πασπαρτού, τον Μπασινά που έφτιαχνε παιχνίδι, και το Ζαγοράκη που ήταν γεμάτος τεστοστερόνη και αργότερα θα έμπλεκε στα διοικητικά του ΠΑΟΚ και την ευρωκοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ. Μπροστά τους έμπαινε ή ο Τυπάρας Καραγκούνης -που πήρε δύο κίτρινες και έχασε τον τελικό- ή ο Στέλιος Γιαννακόπουλος, που έπαιζε κυρίως από τα πλάγια -πολύ πριν ακολουθήσει καριέρα “τηλεοπτικού μαϊντανού”- και πιο σπάνια ο Τσιάρτας -πολύ πριν εκδηλώσει τη φασίζουσα πολιτική σκέψη του.
Μπροστά υπήρχε ως τοτέμ ο Νικολαΐδης, που επέστρεψε στην Εθνική μετά την επεισοδιακή του αποχώρηση. Βασικοί όμως ήταν ο Βρύζας, που έβαλε το κρίσιμο γκολ με τους Ρώσους, τελευταία αγωνιστική των ομίλων και ο Άγγελος Χαριστέας από το Στρυμονικό Σερρών, που θα έκανε του κεφαλιού του σε αυτήν τη διοργάνωση, ιδίως στα νοκ-άουτ.
Σε συμπληρωματικούς αλλά όχι απαραίτητα δευτερεύοντες ρόλους οι Χαλκιάς, Κατεργιαννάκης, Ντάμπτζας, Γκούμας, Βενετίδης, Καφές, Λάκης, Δημ. Παπαδόπουλος, Γ.Χ Γεωργιάδης.
Και διευθυτνής της ορχήστρας ο Ότο Ρεχάγεκλ, που άκουσε διάφορα στην αρχή (Πού πας Ρε…Χάγκελ) και στη συνέχεια, γιατί δεν πήρα το Ζήκα και το Στολτίδη, για να γυρίσει μετά το φύλλο: “Οι άθλοι του Ρεχακλή”, “Η Ελλάδα θέλει το Γερμανό της” κοκ.
Τα θαύματα ξεκίνησαν από νωρίς απέναντι στους διοργανωτές, για να ξέρουν τι θα συμβεί στη συνέχεια. Η Εθνική προηγήθηκε στην αναμπουμπούλα της έναρξης με τον Καραγκούνη, έβαλε το δεύτερο με πέναλτι του Μπασινά και πήρε τη νίκη με 2-1 ενώ φαινόταν να πηγαίνει για τη χαρά της συμμετοχής.
Σειρά είχε η Ισπανία, που την είχαμε βρει και στα προκριματικά και είχε φέρει γούρι. Ο Χαριστέας άνοιξε λογαριασμό, ισοφάρισε και το 1-1 έμοιαζε πιο δύσκολο κατόρθωμα απ’το διπλό στην Ισπανία στον προκριματικό όμιλο.
Στον τελευταίο αγώνα με τη Ρωσία, η Εθνική έπαιζε για τρία αποτελέσματα, αφού προκρινόταν και με ήττα υπό προϋποθέσεις για να αφήσει τους Ίβηρες να σφαχτούν μεταξύ τους. Βρέθηκε να χάνει με 2-0 από μια αδιάφορη ομάδα, αλλά το γκολ του Βρύζα αποδείχτηκε χρυσό και προκρίθηκε ως δεύτερη και με μια ήττα για το γούρι.
Στον προημιτελικό μας περίμενε η Γαλλία του Ζιντάν, που ήταν η πρωταθλήτρια Ευρώπης. Τα μαν του μαν σε Ζιζού, Ανρί και Τρεζεγκέ ήταν υποδειγματικά, ο Κατσουράνης γύριζε πίσω ως τρίτος σέντερ-μπακ κι η Γαλλία έμεινε άσφαιρη. Στο Β’ ημίχρονο μια ζινταντική τρίπλα του Ζαγοράκη και μια σέντρα έστειλαν τη μπάλα συστημένη στο κεφάλι του Χαριστέα, για το 1-0 που θα έμενε ως το τέλος.
Ο ημιτελικός με την Τσεχία ήταν το πιο δύσκολο παιχνίδι στη διοργάνωση. Οι Τσέχοι είχαν τον πρώτο σκόρερ του τουρνουά (Μπάρος), τον πανύψηλο Κόλερ και το Ροζίτσκι. Η αγία άμυνα επιστράτευσε τα πάντα, για να τους κρατήσει στο μηδέν και έδωσε τη χαριστική βολή και τον “αργυρό θάνατο” που ίσχυε τότε με το χρυσό κεφάλι του Τραϊανού Δέλλα.
Στον τελικό περίμεναν πάλι οι Πορτογάλοι. Ήταν παράδοση να επαναλαμβάνεται κάθε 8 χρόνια ένα ζευγάρι της πρεμιέρας. Η λογική έλεγε πως θα ήταν δύσκολο να νικήσει η εθνική δύο φορές μια καλύτερη ομάδα μες στο σπίτι της. Στην πράξη όμως όλοι ζούσαν στην ατμόσφαιρα του παραμυθιού, ήταν βέβαιοι για το αίσιο τέλος και φώναζαν απλά “δεν μπορώ να περιμένω”.
Το σκηνικό ήταν γνωστό απ’τα προηγούμενα νοκ-άουτ. Νίκη 1-0 με κεφαλιά. Αυτή τη φορά εκτελεστής το κόρνερ ο Μπασινάς και σκόρερ ο Χαριστέας (από Άγγελο σε Άγγελο). Στα λεπτά που απέμεναν το καλύτερο στιγμιότυπο ήταν η είσοδος του Τζίμι Τζαμπ στον αγωνιστικό χώρο, για να πετάξει μια σημαία της Μπαρτσελόνα στον προδότη Figo.
O αριστερός Βερνίκος ούρλιαζε “στον έβδομο ουρανό όλοι αδέλφια”, ο Χελάκης έκανε χρυσή μπίζνα με τις δικές του περιγραφές για το “πειρατικό”, το Βάσκο ντα Γκάμα που ήταν Έλληνας κοκ.
Η αποστολή γύρισε στην Ελλάδα (εκτός του “Σάββας καφέ” που έμεινε εκεί), ο κόσμος την υποδέχτηκε στο γεμάτο Καλλιμάρμαρο, αλλά αποδοκίμασε τους επίσημους, που πήγαν για τη λεζάντα.
Ξεκινούσε παρόλαυτα το μεγάλο καλοκαίρι της Ελλάδας”, που κορυφώθηκε με το φαγοπότι των Ολυμπιακών και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια (Ευρωμπάσκετ, Παπαρίζου, Γιουροβίζιον) χτίζοντας το αφήγημα της ισχυρής Ελλάδας που έσκασε σα φούσκα μετά από λίγα χρόνια.
Η Εθνική αποκλείστηκε απ’ τα τελικά του επόμενου Μουντιάλ, η επιτυχία έμεινε χωρίς αντίκρυσμα σαν διάττων αστέρας κι όσο απομακρυνόμαστε από αυτήν, τόσο πιο απίθανη μοιάζει…
 
Top